Αλλόκοτη Θεσσαλονίκη Pt. ΙI

Χρωματιστή μάσκα, γκρίζα ύπαρξη

Είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος, κι ο ουρανός πήρε εκείνη την πολύ γλυκιά και πολύχρωμη απόχρωση, αυτή που χαρακτηρίζει τα απογεύματα του Μάη. Κόσμος περίμενε να περάσουν τα λεωφορεία σε μια από τις, σπάνιες πια, στάσεις χ ω ρ ί ς  πίνακα ώρας άφιξης…

Πόσο βασανιστική μας φαίνεται αυτή η έλλειψη τώρα που συνηθίσαμε την αντίστροφη μέτρηση των λεπτών! Λες και τόσα χρόνια η πόλη δυσλειτουργούσε χωρίς αυτό το κομφόρ.

Οι άνθρωποι που στέκονταν εκεί, αμίλητοι και αγέλαστοι στη πλειοψηφία τους, σαν τα «αγαλματάκια» που παίζαμε στα διαλείμματα του σχολείου, ήταν χαμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. Σωματικά ήμασταν όλοι στην ίδια πινέζα στο χάρτη, αλλά αν βάζαμε πινέζες για το που βρίσκονταν οι σκέψεις του καθένα, σίγουρα θα καλύπταμε ένα πολύ ευρύτερο κομμάτι του.
Ανάμεσά μας υπήρχαν φιγούρες άχρωμες κι αδιάφορες και άλλες με εντονότερα στοιχεία, που ξεχώριζαν. Μια γυναίκα με βαριά και δυνατή φωνή κανάκευε το άγνωστο παιδί μιας άγνωστης γυναίκας, απλά γιατί έτυχε να στέκονται κοντά. (Αυτό κι αν μας φαίνεται πλέον βασανιστικό! Ένας ξένος να μας απευθύνει το λόγο; Πού ακούστηκε..!) Πιο πέρα, ένας άντρας με πεινασμένο βλέμμα, κοίταζε από πάνω ως κάτω κάθε θηλυκό της στάσης, μασώντας μια -τεραστίων διαστάσεων- τσίχλα, και όταν εμπέδωσε επιτέλους ότι όλες τον αγνοούν επιδεικτικά άλλαξε θέση ώστε να έχει οπτική πρόσβαση και σε περαστικές (που τον προσπερνούσαν ταραγμένες ή κολακευμένες, ανάλογα με την αυτοεκτίμηση ή την μιζέρια της η καθεμία).
Σε λίγο, ένα κορίτσι προστέθηκε στην «παρέα» μας, ανάγοντάς την σε ακόμη πιο άκομψη και ανομοιογενή απ’ ότι ήδη ήταν. Δεν φαίνονταν για πάνω από 16 χρονών, το σώμα της ήταν άγουρο και είχε την εύθραυστη όψη των (τυχερών) παιδιών που, ακόμη κι αν τρώνε, δεν παχαίνουν με τίποτα. Όμως, φορούσε πολύ έντονα χρώματα φτηνού μακιγιάζ στο πρόσωπό της… Πράσινη σκιά στα μάτια, σκουρόχρωμο ρουζ στα μάγουλα και βυσσινί κραγιόν στα χείλη. Το ντύσιμό της ήταν κάτι ανάμεσα σε κοριτσίστικο και θηλυκό. Μαύρο t-shirt, τζιν σορτσάκι, τσάντα-ταχυδρόμος και πολύ ψηλές πλατφόρμες, μεγαλύτερες από το νούμερό της. Αλλά η διακριτικά τραγελαφική της ύπαρξη δεν θα τραβούσε τα βλέμματα όλων, εάν δεν συνέβαιναν όσα θα ακολουθήσουν.
Το κορίτσι φάνηκε από την αρχή χαμένο. Το βλέμμα της δεν επικεντρώνονταν πουθενά γύρω της, μόνο κοιτούσε την οθόνη του κινητού της, την οποία αναβόσβηνε επαναλαμβανόμενα πατώντας πάντα το ίδιο κουμπί. Κάποια στιγμή κοίταξε γύρω της, κάρφωσε το βλέμμα της στις ηλικιωμένες κυρίες δίπλα μου και έκανε να τους μιλήσει, αλλά δεν πρόλαβε γιατί ήρθε το λεωφορείο τους και έφυγαν. Έτσι, για να μην πέσει η κίνησή της στο κενό, στράφηκε σε μένα και ρώτησε «Ξέρεις ποια στάση είναι αυτή;» έχοντας ελάχιστη οπτική επαφή μαζί μου. «Αντιγονιδών» της λέω, και πάνω που πήγα να προσθέσω ενοχλημένη ότι «Το γράφει…» (στην ταμπέλα), η φράση μου έμεινε μισή, γιατί είχε ήδη προχωρήσει στον επόμενό της στόχο.
Αυτή τη φορά πήγε, περπατώντας σχεδόν κατατονικά, στη γυναίκα με τη βαριά φωνή. «Πώς μπαίνω στις κλήσεις;» τη ρωτάει δίνοντάς της το κινητό της. «Να κορίτσι μου, πατάς εδώ και επιλέγεις ποιον θέλεις να πάρεις» απάντησε εκείνη δείχνοντας ακόμη μια φορά υπερβολική κοινωνικότητα, κρατώντας όμως μια αμυντική στάση, ίσως γιατί η επαφή δεν έγινε με τη δική της πρωτοβουλία. Χωρίς καμιά άλλη κουβέντα, το κορίτσι προχώρησε προς τα πίσω, εκεί που στεκόταν ο άντρας με την τσίχλα ο οποίος έσυρε τα μάτια του κυρίως στα γυμνά πόδια της.
Πήγε σε μια άλλη γυναίκα, ρώτησε κάτι που δεν άκουσα… Η γυναίκα κοίταξε το ρολόι της και της απάντησε κοφτά, ενώ στα μάτια της διέκρινα λύπη για το παιδί που κοίταζε…  Η μικρή έφυγε και πάλι χωρίς να δώσει παραπάνω σημασία. Έπειτα, συνέχισε ακάθεκτη και, απευθυνόμενη σε μια άλλη κυρία, ρώτησε «Πώς να πάω στο…». Και πάλι δεν μπόρεσα να ακούσω… Η γυναίκα της έδειξε προς τη Βαλαωρίτου.
Τώρα, όλοι κοιτούσαν την παράξενη ύπαρξη, την κοπέλα με τις ανούσιες απορίες που οι απαντήσεις δεν ένοιαζαν ούτε την ίδια, η οποία ένιωσε ότι τράβηξε τα βλέμματα και –μάλλον- αποφάσισε να πάει αλλού να συνεχίσει τις ερωτήσεις. Για λίγα λεπτά, η πινέζα στον χάρτη των σκέψεών μας στάθηκε στο ίδιο σημείο, στο κορίτσι με τα έντονα χρώματα και τη γκρίζα συμπεριφορά. Γκρίζα γιατί ήταν ασυνήθιστη, αλλά κυρίως ακατανόητη.
Η δική μου σκέψη, βέβαια, τρέχει ακόμη σε κείνη, κυρίως γιατί ένιωσα τύψεις… Τόσοι άνθρωποι παρατηρήσαμε ότι κάτι παράξενο συμβαίνει, και κανείς μας δεν ενδιαφέρθηκε παραπάνω, ρε σεις… Θα μπορούσα να τη ρωτήσω αν είναι καλά, αν χρειάζεται κάτι, αν… αν… αν. Και, έπειτα, στο μυαλό μου επικρατεί κι αυτό το γιατί… Γιατί συμπεριφέρεται έτσι; Γιατί ντύνεται και βάφεται τόσο αταίριαστα με την ηλικία της; Γιατί να ρωτάει μόνο γυναίκες;…
Βέβαια, τώρα είναι αργά για να λύσω τα αν και τα γιατί μου, αλλά ελπίζω να την ξαναπετύχω για να καθαρίσω τη(ν) (ενοχική) συνείδησή μου (και σίγουρα ελπίζω να μην τη δω σε καμία αφίσα τύπου ‘Amber Alert’).
Στα επόμενα κομμάτια του άρθρου θα παρουσιάσω και άλλες παράξενες φιγούρες της πόλης μας (που δύσκολα περνούν απαρατήρητες)… Stay tuned \m/

Αφήστε μια απάντηση